Είναι δύο και μισή μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνει Τετάρτη 19 Αυγούστου το σωτήριο έτος 2026 κι εγώ αντί να κοιμάμαι του καλού καιρού, κάθομαι στο μπαρ ρεσεψιόν του ξενοδοχείου Moxy στη Βουδαπέστη. Ακόμα καλύτερα, στις επτάμιση το πρωί είμαι να ξυπνήσω για να πάρω πρωινό, ενώ στις δέκα και μισή έχω ραντεβού κάπου οχτακόσια μέτρα από εδώ με ξεναγό και ομάδα άλλων τουριστών για δίωρο περπάτημα και ξενάγηση στην όμορφη πρωτεύουσα της Ουγγαρίας· αφετηρία είναι η Πλατεία Ερζέμπετ και σημείο κατάληξης το φημισμένο για την αρχιτεκτονική ομορφιά του κτίριο του Ουγγρικού Κοινοβουλίου.

Το ξενοδοχείο είναι πολύ γουστόζικο. Έχει ρεσεψιόν που ταυτόχρονα αποτελεί καφέ μπαρ, όπως προανέφερα. Το κορίτσι που με υποδέχτηκε το απόγευμα Τρίτης, όταν έφτασα, με ενημέρωσε (το γράφω επίτηδες στα αγγλικά): “We believe that the best way of service is self service” (μτφρ: Πιστεύουμε ότι ο καλύτερος τρόπος εξυπηρέτησης είναι η αυτοεξυπηρέτηση). Άντε να με πείσεις ότι αυτή η ατάκα δεν είναι μελετημένη και με υπευθυνότητα προβαρισμένη. Εξάλλου, η διακόσμηση είναι βασισμένη σε στυλ ποπ αρτ και χαίρομαι γι’ αυτό. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ξενοδοχείο είναι η Εβραϊκή Γειτονιά. Έχει συναγωγή, μαγαζί όπου βρίσκεις αντικείμενα σχετικά με τη λατρεία στον ιουδαϊσμό, καθώς και εστιατόρια που προσφέρουν φαγητό κοσέρ, δηλαδή τέτοιο που να ταιριάζει με τις διατροφικές υποχρεώσεις κάθε ευλαβούς Εβραίου. Κατά τα άλλα η γειτονιά είναι γεμάτη χίπστερς και αντίστοιχα στέκια, πλάι στα πιο τουριστικά.

Τελικά, κάποια στιγμή κοιμήθηκα, ξύπνησα στην ώρα για το πρωινό – φανταστικές μαρμελάδες φρούτα του δάσους και βερίκοκο, αληθινά έργα τέχνης – και μέχρι να έρθει η ώρα για το ραντεβού για την ξενάγηση, είχα αρκετό χρόνο και χτύπησα έναν παγωμένο σκέτο καφέ στα Starbucks. Αν ήμουν λεχρίτης, θα έλεγα ότι τα πρόλαβα όλα, επειδή είχα πρόγραμμα· θεωρώ ότι δεν είμαι λεχρίτης και σίγουρα δεν είχα πρόγραμμα. Ο ξεναγός μας λεγόταν Άντρας, χαϊδευτικό Άντριτς, μας είπε ότι μπορούσαμε να τον καλούμε Άντι, και ότι δε θα παρεξηγούταν αν του φωνάζαμε “έι ξεναγέ!”. Πολύ ωραίος τύπος, με γνώση του αντικειμένου και ισοπεδωτικό χιούμορ ακόμα και σε σχέση με την ιστορία της χώρας του. Πραγματικά πολύ ωραίος τύπος. Μέσα σε δυο περίπου ώρες μας έδειξε αρκετά και μας εξιστόρησε ακόμα περισσότερα. Δεν μας έκρυψε τη συμμετοχή των Ούγγρων συνεργατών των Ναζί στην εξολόθρευση εξακοσίων χιλιάδων Ούγγρων Εβραίων σε μόλις τέσσερις μήνες, αν συγκράτησα σωστά το νούμερο, σίγουρα πάντως σε λιγότερο από έναν χρόνο. Το μνημείο με τα σιδερένια παπούτσια στην όχθη του Δούναβη, στην πλευρά της Πέστης, είναι εκεί για να υπενθυμίζει τις χιλιάδες Ούγγρων Εβραίων – άντρες, γυναίκες και παιδιά, κάθε κοινωνικής τάξης – οι οποίοι αφού υποχρεώθηκαν να βγάλουν τα παπούτσια τους – θεωρούνταν πολύτιμα λόγω ελλείψεων – τουφεκίστηκαν και τα πτώματά τους ρίχτηκαν στο ποτάμι.

Πιο πριν, βέβαια, είδαμε την Βασιλική του Αγίου Στεφάνου, κτίσμα που συνδυάζει την μπαρόκ τεχνοτροπία με την νεοαναγγενησιακή. Εκεί βρίσκεται το λείψανο, το δεξί χέρι του Στεφάνου, πρώτου βασιλιά των ενωμένων Ούγγρων. Γιατί άγιος; Όταν κάποτε χρειάστηκε να γίνει εκταφή είδαν ότι έλειπε το σώμα του βασιλιά εκτός από το δεξί χέρι, από τον ώμο και κάτω. Για κάποιο λόγο το λείψανο αυτό είχε μουμιοποιηθεί, αλλά οι τότε παπάδες θεώρησαν ότι επρόκειτο καταφανώς για θαύμα. Έτσι έγινε ο Άγιος Στέφανος. Βέβαια, μέσα στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου αναπαύεται και μέγας Ούγγρος ποδοσφαιριστής Φέρεντς Πούσκας. Εσείς ποιον θεωρείται σπουδαιότερο; Τέλος, είδαμε και το Ουγγρικό Κοινοβούλιο, ένα αριστούργημα νεογοτθικού ρυθμού, με ομοιότητες με το Αβαείο του Γουέστμινστερ στο Λονδίνο. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε μέγεθος κτίριο που στεγάζει κοινοβούλιο στον κόσμο, μετά από εκείνο της Ρουμανίας και της Βραζιλίας.

Σχετικά με το φαϊ, στη Βουδαπέστη τρως καλά, αλλά μακριά από εστιατόρια, είναι πανάκριβα. Ευτυχώς υπάρχει η δυνατότητα για καλό και φτηνό street food. Έφαγα τη διάσημη σούπα Γκούλας, αλλά προσωπικά αγάπησα το, επίσης παραδοσιακό, Λάγκος· είναι ζύμη τηγανητή, αλειμμένη με σως που θυμίζει ελαφρώς γαλοτύρι, και πασπαλισμένη με μπόλικο τριμμένο κίτρινο τυρί. Ακούγεται βαρύ έδεσμα αλλά δεν είναι καθόλου βαρύ και, ταυτόχρονα, σε κρατάει για ώρες.
Τα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι εύχρηστα και αρκετά φτηνά, ενώ υπάρχουν προσφορές για εικοσιτέσσερις, σαράντα οχτώ, εβδομήντα δύο κλπ ώρες. Οι ντόπιοι, όσοι τουλάχιστον έχουν κάποια ένεση με τις νέες τεχνολογίες, χρησιμοποιούν την εφαρμογή Budapest Go για την αγορά εισιτηρίων. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν παίζει με την τύχη του να μην χτυπήσει εισιτήριο· Ό Άντρας μας προειδοποίησε ότι οι ελεγκτές – εδώ λέγονται επιθεωρητές – διψάνε για πρόστιμα και δεν δείχνουν οίκτο.

Στη Βουδαπέστη, νωρίς, πχ στις επτά το πρωί, θα δεις ανθρώπους να έχουν βγει στο δρόμο για τη γυμναστική τους. Εξίσου αξιοσημείωτο είναι πως πέντε μέρες δεν συνάντησα αδέσποτα, ούτε σκυλιά ούτε γατιά. Από ζώα είδα μόνο περιστέρια και καρακάξες, ενώ με ενημέρωσαν πως στην πόλη υπάρχουν και κοράκια. Δυστυχώς, και στη Βουδαπέστη υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν στέγη και ζουν στο δρόμο. Ένα πρωί, βγαίνοντας από το ξενοδοχείο, έπεσα σε μια παρέα με μπίρες στο χέρι, καλοντυμένοι όλοι, μάλλον έσβηναν με τις μπίρες μετά από πάρτι όλο το βράδυ· λίγο πιο πέρα ένας δύστυχος κοιμόταν κουλουριασμένος σε ένα παγκάκι. Έτσι σκατά που τα έκαναν οι σύντροφοι του υπαρκτού, έμειναν οι νεοφιλελεύθεροι και μας κουνάνε το δάχτυλο ότι τάχα “δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική”. Είναι ντροπή.

Την Πέμπτη 20 Αυγούστου, είναι η Εθνική Γιορτή των Ούγγρων, γιορτάζουν τη δημιουργία του πρώτου Ουγγρικού Κράτους με βασιλιά των Άγιο Στέφανο που προανέφερα. Εκτός από την εστίαση και τα τουριστικά μαγαζιά όλα τα άλλα είναι κλειστά. Το Μουσείο Καλών Τεχνών ήταν ανοιχτό με δωρεάν είσοδο λόγω της μέρας, αποφάσισα να το επισκεφθώ, μπήκα στο μετρό, βγήκα στην έξοδο δίπλα από το κτίριο στο οποίο στεγάζεται το εν λόγω μουσείο. Βλέπω μια ουρά τριακοσίων ατόμων και αποκαρδιώνομαι· δεν αντέχω καθόλου τις ουρές. Έτσι, γυρίζω στο κέντρο της πόλης. Στις δέκα περίπου, πάντα για πρωί μιλάμε, φτάνω σε μια από τις πολλές και όμορφες πλατείες της Βουδαπέστης. Κατευθύνομαι στο καφέ ζαχαροπλαστείο του Ζερμπό. Ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον ζαχαροπλάστη Εμίλ Ζερμπό και έκτοτε αποτελεί σταθερά σημείο αναφοράς για την πόλη. Λιγουρευόμουν την περίφημη πάστα ζερμπό, αλλά μόλις είδα στον τιμοκατάλογο την τιμή, μου κόπηκαν τα πόδια. Κατέφυγα σε δυο τίμιες μπάλες, μία παγωτό μασκαρπόνε με βύσσινο και μία σορμπέ βερίκοκο, μαζί με σπιτική λεμονάδα δίχως ζάχαρη. Όλα εξαιρετικά, αλλά ειδικά για το σορμπέ, ό,τι και να πω είναι λίγο. Όμως, προτού καν προλάβω να τελειώσω τη λεμονάδα, η κυρία που μου είχε πάρει παραγγελία, ήρθε από πάνω μου, λες και καραδοκούσε. Φυσικά με ρώτησε αν όλα ήταν εντάξει, και αμέσως με ρώτησε αν θέλω να μου φέρει κάτι άλλο. Δεν ξέρω, ίσως να ήταν ιδέα μου, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε να ζητήσω τον λογαριασμό· ότι εφόσον κατανάλωσα, όφειλα είτε να συνεχίσω να καταναλώνω είτε να σηκωθώ να φύγω· και έτσι έκανα.

Το απόγευμα κινήθηκα στην Εβραϊκή Συνοικία. Έφαγα το αγαπημένο μου Λάγκος και έκατσα να γράψω στο σημειωματάριό μου. Όλα αυτά στη StreetFood Market. Είναι ένας περιφραγμένος χώρος γεμάτος καντίνες που πωλούν Λάγκος, μπέργκερ και γενικά ό,τι λέμε κι εμείς “βρώμικο”. Ευχάριστη ατμόσφαιρα, κόσμος κάθε ηλικίας, ντόπιοι και τουρίστες, ενώ από τα ηχεία κάποιου συστήματος ακούγονται 90ς ροκ επιτυχίες. Έχει πράσινο, ανεμιστήρες, βλέπεις χρώματα, κόσμο να σουλατσάρει, όλα καλά αλλά αναρωτιέμαι, αν δεν ήμουν απασχολημένος να καταγράφω τις σκέψεις μου, θα μπορούσα απλά να κάτσω και να ρεμβάσω; Θα μπορούσα, απλά να αράξω - αυτό ισχύει για κάθε μαγαζί στο οποίο έκατσα όσο έμεινα στη Βουδαπέστη - ; Ενώ σκέφτομαι αυτά, ένα νεαρό ζευγάρι φασώνεται δημόσια. Από πότε είχαν δω ζευγάρι να φασώνεται δημόσια; Πάντως εύγε τα παιδιά! Το βράδυ έκλεισε στο μπαρ στην ταράτσα του ξενοδοχείου όπου θαυμάσαμε το όμορφα πυροτεχνήματα και τα καταπληκτικά drones για την εορτασμό της εθνικής επετείου.

Παρασκευή 21 Αυγούστου, η ώρα κοντεύει πεντέμιση το απόγευμα τοπική ώρα, αυτή τη στιγμή είμαι στην άλλη πλευρά του Δούναβη, στη Βούδα, και σκοτώνω την ώρα μου, μέχρι να έρθει η ώρα για την κρουαζιέρα στο ποτάμι που έκλεισα χθες. Άσχετο αλλά να αναφέρω κάποια πράγματα, ψιλοασήμαντα, που μου κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Πρώτον, έχω δει ελάχιστους να καπνίζουν. Δεύτερον, σήμερα έπεσα σε δυο κόπανους, σε διαφορετικό χώρο ο καθένας, εκεί που καθόμαστε, πχ σε καφέ, βάζουν και ακούν δυνατά μουσική από το κινητό τους. Δεν με νοιάζει τι μουσική ακούνε, ας είναι και Led Zeppelin, είναι εκνευριστικό. Τρίτον, δεν έχω δει ούτε ένα άτομο να χρησιμοποιεί μηχανάκι ή μηχανή μεγάλου κυβισμού, μόνο ποδήλατα, ειδικά ηλεκτρικά που προσφέρουν οι δημοτικές αρχές και ηλεκτρικά πατίνια. Σχετικά με τις εντυπώσεις μου από την Βούδα, τίποτα δεν συγκρίνεται με τον καταιγισμό ομορφιάς που δέχτηκα στο Κάστρο της Βούδας, στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου και στον χώρο όπου στεγαζόταν το παλάτι και σήμερα στεγάζεται η Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας. Μην το συζητάμε, απλά δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν την ομορφιά από την αρχιτεκτονική των ως άνω χώρων. Είναι μια εμπειρία που θα ήταν καλό να ζήσει κάθε άνθρωπος, κάτι που ισχύει για τη Βουδαπέστη γενικότερα. Κακά τα ψέματα αλλά το να περπατάς με τις ώρες στη Βουδαπέστη χαζεύοντας τα κτίρια αποτελεί μοναδική εμπειρία. Είναι κρίμα που υπάρχει τόση ακρίβεια, και κουβεντιάζοντας με ανθρώπους που ζουν εδώ, κατάλαβα πως το υψηλό κόστος ζωής αποτελεί σοβαρό πρόβλημα και για τους ντόπιους.

Τους οποίους ντόπιους, από το λίγο που τους συναναστράφηκα – και λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψη ότι ήρθα στη χώρα ως τουρίστας και όχι ως οικονομικός μετανάστης ή πρόσφυγας – οφείλω να ότι όλους όσους συνάντησα, τους βρήκα αρκετά συμπαθείς. Κάποιοι είναι πιο εξωστρεφείς, κάποιοι λιγότερο, κάποιοι χαμογελούν ευκολότερα, άλλοι δείχνουν να δυσκολεύονται, αλλά το σίγουρο είναι ότι γενικά εκτιμούν τους καλούς τρόπους· είναι κάτι που μου αρέσει πολύ, και θεωρώ ότι, δυστυχώς στην πατρίδα μας, έχει σχεδόν εκλείψει. Σε κάθε περίπτωση, στη Βουδαπέστη με στοιχειώδη, έστω, ευγένεια κερδίζεις τους πάντες. Εξάλλου, ενώ ο Αύγουστος θεωρείται τουριστικά off season για την πόλη, συναντούσα παντού τουρίστες. Επισκέπτες από τις γύρω χώρες (Σλοβακία, Βαλκάνια κλπ), Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, πολλοί από τις ΗΠΑ, ιδίως Εβραίοι με καταγωγή, προφανώς, από την Ουγγαρία, πολλοί από τις αραβικές χώρες και, φυσικά, Έλληνες.

Την τελευταία μέρα, Σάββατο 22 Αυγούστου άραξα. Κοιμήθηκα κάμποσο και πήγα στο Street Food Market για ακόμα ένα Λάγκος. Το σημαντικότερο, αργά το απόγευμα επισκέφθηκα τον Καθολικό Ναό της Αγίας Άννας, πολύ κοντά στο ξενοδοχείο, κάπου δεκαπέντε λεπτά περπάτημα, όπου παρακολούθησα συναυλία κλασικής μουσικής. Η Αγία Άννα είναι ένας ναός διακοσμημένος σε στυλ μπαρόκ, ένα στυλ που, όπως και να το κάνουμε, πάντα δείχνει. Τη μουσική ερμήνευσε η Budapest Classic Orchestra, ένα σύνολο εγχόρδων, μαζί με σόλο βιολί και σοπράνο. Στο πρώτο μέρος παρουσιάστηκαν επιλογές από το γνωστό κλασικό ρεπερτόριο, Χάντελ, Μπαχ, Πάχελμπελ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, και Σούμπερτ. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάστηκε το μεγαλύτερο μέρος από τις Τέσσερις Εποχές του Αντόνιο Βιβάλντι (παραλείφθηκαν κάποιες κινήσεις). Το μόνο που μπορώ να πω, είναι ότι μαγεύτηκα· δίχως μικρόφωνα, εκμεταλλευόμενοι μονάχα την ακουστική του χώρου, οι μουσική και η σοπράνο απέδωσαν εξαιρετικά· θεωρώ προνόμιο ότι απόλαυσα μια τέτοια εμπειρία.

Κλείνοντας, έχω να πω ότι η Βουδαπέστη είναι πόλη πανέμορφη μα και σκληρή. Είναι γεμάτη αντιθέσεις, όπου η ομορφιά και η καλαισθησία της τέχνης παλιότερων εποχών συνυπάρχει με συνανθρώπους μας, πολύ πιο άτυχους από ό,τι κάποιοι από εμάς. Είναι πόλη απαιτητική να τη γυρίσεις, αλλά με μια καλή προετοιμασία και λίγη οργάνωση, καθένας και καθεμιά μπορεί να απολαύσει ό,τι αξίζει να δει κανείς. Ευτυχώς, κυκλοφοριακά, είναι πόλη φιλική στους πεζούς, με πολλές πλατείες και ανοιχτούς χώρους, χρειάζεται μονάχα αντοχή στο περπάτημα. Οι Ούγγροι, στις λίγες μέρες που πέρασα στην πόλη τους, παρουσίασαν διάθεση φιλική, δίχως επιτήδευση. Προφανώς, ως Κεντροευρωπαίοι στερούνται το μεσογειακό ταμπεραμέντο, αλλά λίγο να πιάσεις κουβέντα μαζί τους, καταλαβαίνεις πόσα κοινά έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους· και, ίσως, αυτό είναι το σπουδαιότερο που μπορείς να αποκομίσεις ταξιδεύοντας.
ο Τοποτηρητής
υ/γ. κατά τη διαμονή μου στη Βουδαπέστη, στο ενδιάμεσο διάβαζα το "Νύχτες Πανούκλας" του Ορχάν Παμούκ και άκουγα κυρίως το άλμπουμ των The Who "Who's next?"